καθυπογράφω

καθυπο-γράφω,
A describe, Eust.974.13; append signature to a document or edict, Sammelb.5251.4 (ii B.C.), PFlor.36.22 (iv A.D.), Cod.Just.1.1.7.11, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • καθυπογράφω — (AM) (επιτατ. τού υπογράφω) μσν. 1. περιγράφω 2. καταλογίζω, καταχωρίζω αρχ. 1. προσυπογράφω 2. επικυρώνω, εγκρίνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑπο γράφω] …   Dictionary of Greek

  • καθυποτάσσω — (AM καθυποτάσσω, Α αττ. τ. καθυποτάττω) (επιτατ. τού υποτάσσω) υποτάσσω κάτι ή κάποιον εντελώς, υποδουλώνω, κατακυριεύω μσν. αρχ. συμπληρώνω, επισυνάπτω, προσαρτώ αρχ. πάπ. καθυπογράφω, προσυπογράφω. [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὑπο τάσσω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.